ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Δια του πληρεξουσίου δικηγόρου κ. Μωραΐτη Δημητρίου

(ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΑ SITES BOURDELA.TV KAI IERODOULES.COM - Σάββατο 10 Οκτ 2009)

Το ζήτημα του αγοραίου έρωτα αποτελεί, ακόμη και στην αυγή του 21ου αιώνα, ένα θέμα ταμπού και οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με αυτό αποφεύγεται συνήθως διακριτικά. Παρόλο που από την εποχή της εταίρας Λαῒδος της Κορινθίας μέχρι το σήμερα έχουν περάσει αιώνες και αιώνες το καλούμενο ως το «αρχαιότερο επάγγελμα» δεν έχει λάβει ακόμη την απαιτούμενη προσοχή, καθώς μόλις το 1999 νομιμοποιήθηκε επισήμως ως επάγγελμα και έκτοτε καμία σοβαρή προσπάθεια ενασχόλησης με τα προβλήματα του χώρου δεν έχει γίνει από τους εκάστοτε κατέχοντες την εξουσία. Αν όμως για ορισμένους αποτελεί ένα θέμα επαίσχυντο και ως εκ τούτου ικανό να «σκανδαλίσει» τα χρηστά τους ήθη, για δεκάδες άλλους ανθρώπους αποτελεί το επάγγελμά τους, το μέσον βιοπορισμού και διαβίωσής τους, τη συνειδητή επιλογή, με λίγα λόγια την καθημερινότητά τους. Και η όποια κωλυσιεργία ή αδιαφορία από πλευράς Κράτους και Πολιτείας απέναντι στα προβλήματα του χώρου πλήττει άμεσα την ίδια την ποιότητα ζωής των εν αυτώ εργαζομένων, παραβιάζοντας κατάφωρα τα Συνταγματικώς κατοχυρωμένα Δικαιώματα της εργασίας, της οικονομικής ελευθερίας και της περιουσίας.

Παραθέτουμε αυτούσιο το από 06.11.2003 έγγραφο του «ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ» το οποίο αναφέρεται στο ζήτημα επιβολής περιορισμών στη ρυθμιζόμενη δραστηριότητα : «… η ρυθμιζόμενη από το νόμο επαγγελματική δραστηριότητα των εκδιδόμενων προσώπων, εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του δικαιώματος οικονομικής ελευθερίας και άρα ασκείται καταρχήν ελεύθερα. Υπόκεινται όμως σε νόμιμους περιορισμούς και ρυθμίσεις οι οποίες όπως προελέχθη, οριοθετούνται με γνώμονα τα δικαιώματα των άλλων, το Σύνταγμα και τα χρηστά ήθη, όπως το ίδιο το Σύνταγμα ορίζεις το άρθρο 5 παρ. 1. Ωστόσο, δεδομένου ότι η εν λόγω δραστηριότητα δεν τυγχάνει απλώς ανεκτή από την έννομη τάξη, ΑΛΛΑ ΣΥΝΙΣΤΑ ΝΟΜΙΜΗ ΕΠΕΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ, οι τιθέμενοι σε αυτήν περιορισμοί και απαγορεύσεις θα πρέπει να τελούν και οι ίδιοι σε περιορισμούς ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΧΥΟΝ ΣΎΣΤΗΜΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΩΝ.

Η γενική ρήτρα των χρηστών ηθών αποτελεί εν προκειμένω λόγω της φύσεως της ρυθμιζόμενης δραστηριότητας, όριο και ταυτόχρονα, δικαιολογητική βάση των προβλεπόμενων περιορισμών. Στενά συνυφασμένη με τις κρατούσες αντιλήψεις κοινωνικής ηθικής, η ρήτρα των χρηστών ηθών αποτελεί ωστόσο μέγεθος ευμετάβλητο, επηρεαζόμενο από τις εκάστοτε κοινωνικές συνθήκες. Σε κάθε περίπτωση, πάντως οι προβλεπόμενοι στο νόμο περιορισμοί ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΠΡΟΣΩΠΟΙ, ΝΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΣΟΒΑΡΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΡΑΒΙΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΥΝ ΤΟΝ ΠΥΡΗΝΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ, ΑΝΑΙΡΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΟΥ».

Ο περίφημος πια Νόμος 2734/99 με τον οποίο η Πολιτεία επεδίωξε να διευθετήσει το ζήτημα της πορνείας στην Ελλάδα υπήρξε στην ουσία δίκοπο μαχαίρι, εφόσον αφενός μεν αναγνώριζε και νομιμοποιούσε τα εκδιδόμενα πρόσωπα αφετέρου δε, όριζε τόσους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να τηρούνται κατά την πραγματοποίηση της εν λόγω δραστηριότητας ώστε στην πράξη την καθιστά ανέφικτη. Με άλλα λόγια, τα προβλήματα και τα τεράστια εμπόδια που απορρέουν από το Νόμο αυτό είναι αντιστρόφως ανάλογα των όποιων ωφελειών.

Πρώτα και κύρια, ο Ν. 2734/99 ορίζει σχετικά με τους οίκους ανοχής ότι θα πρέπει τα οικήματα να απέχουν απόσταση μεγαλύτερη της ακτίνας των 200 μ. από πάρκα, πλατείες, παιδικές-χαρές, ναούς, σχολεία δημόσιας ή ιδιωτικής εκπαίδευσης, ευαγή ιδρύματα κτλ., προκειμένου να μπορούν να λάβουν άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας οίκου ανοχής σε αυτά. Αν κάποιος, ωστόσο, το σκεφτεί λίγο καλύτερα θα διαπιστώσει ότι η συγκεκριμένη διάταξη είναι αδύνατο να εφαρμοστεί σε μια μεγάλη και πυκνοκατοικημένη πόλη όπως είναι η Αθήνα, καθώς σχεδόν κανένα οίκημα δεν πληροί αυτή την προϋπόθεση. Και εκτός αυτού, το Κράτος διατηρεί το δικαίωμα ανάκλησης ήδη χορηγηθείσας άδειας σε οίκημα που κατά το παρελθόν πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις σε περίπτωση που στο μέλλον λειτουργήσει εντός της ακτίνας των 200 μ. κάποιο από τα ανωτέρω π.χ. ένα φροντιστήριο ή ένα γυμναστήριο. Εδώ αξίζει να παραθέσουμε αυτούσιο το από 21.10.2008 έγγραφο του «ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ» το οποίο αναφέρεται στο καθεστώς λειτουργίας των οίκων ανοχής :

«…. από τη χαρτογράφηση των διαμερισμάτων του Δήμου Αθηναίων προέκυψε ότι εντός της δομημένης περιφέρειας του Δήμου Αθηναίων, η πλήρης εφαρμογή του άρθρου 3 παρ. 4 του ν. 2734/1999 σχεδόν αποκλείει την ύπαρξη περιοχών όπου επιτρέπεται η εγκατάσταση και χρήση οικημάτων από εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα. Κατ’ αποτέλεσμα , η άσκηση της εν λόγω ρυθμιζόμενης στο νόμο δραστηριότητας θα καθίστατο ιδιαίτερα δυσχερής αν όχι αδύνατη, τουλάχιστον σε περιοχές και οικήματα που μέχρι τώρα ασκείται…», «…. Με το υπ’ αριθμόν πρωτ. 1016/85/11-α/19.04.20008 έγγραφο προς τον Συνήγορο του Πολίτη, το 3ο Τμήμα Ηθών μας πληροφόρησε ότι για κανέναν από τους διακόσιους (ίσως και διακόσιους πενήντα) οίκους ανοχής που λειτουργών εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΚΔΟΘΕΙ ΑΔΕΙΑ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ, αφού σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2734/1999 «…δεν υπάρχει περίπτωση να εκδοθεί άδεια εγκατάστασης και λειτουργίας οίκου ανοχής τουλάχιστον για τα όρια του Δήμου Αθηναίων… παρόλα αυτά οι οίκοι ανοχής συνεχίζουν να λειτουργούν..άποψη της υπηρεσίας μας είναι ότι ο ν.2734/1999 δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και θα πρέπει να συμπληρωθεί με νέες διατάξεις..»

Το θέμα της απόστασης των 200 μ. είναι λοιπόν το βασικό σημείο που -ηθελημένα;- παρέβλεψε ο νομοθέτης να σκεφτεί τη δυνατότητα εφαρμογής του στην πράξη. Αυτό είναι και το σημείο εκκίνησης των μεγάλων προβλημάτων του χώρου. Γιατί από αυτό το φαινομενικά ήσσονος σημασίας κομμάτι απορρέουν χιλιάδες εμπόδια στην άσκηση του επαγγέλματος του εκδιδόμενου προσώπου καθώς αναγκαστικά και μην έχοντας άλλη επιλογή ασκούν το επάγγελμά τους σε χώρους που τις περισσότερες φορές λειτουργούν ως οίκοι ανοχής διαθέτοντας μονάχα προσωρινές διαταγές τις οποίες εκδίδουν τα Ελληνικά Δικαστήρια και όχι χορηγηθείσες εκ του Κράτους άδειες λειτουργίας.

Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι στους οίκους ανοχής (είτε ιερόδουλες είτε υπηρετικό προσωπικό) να συλλαμβάνονται και να οδηγούνται συχνά σιδηροδέσμιοι στα αστυνομικά τμήματα και στο Τμήμα Ηθών ακολουθώντας την αυτόφωρη διαδικασία, να διανυκτερεύουν πολλές φορές στο κρατητήριο και τελικά να οδηγούνται ενώπιον της δικαιοσύνης για να κριθούν παρόλο που διαθέτουν τα απαιτούμενα χαρτιά (άδειες ασκήσεως επαγγέλματος, βιβλιάριο υγείας) και ασκούν καθόλα νόμιμα το επάγγελμά τους. Και όλα αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που ο Νόμος ορίζει ξεκάθαρα ότι η άδεια λειτουργίας οίκου ανοχής είναι ονομαστική και αμεταβίβαστη και βαρύνει μονάχα την ιδιοκτήτρια του οίκου ανοχής και σε καμία περίπτωση τους εργαζόμενους σε αυτόν. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι τα Ελληνικά Δικαστήρια τις περισσότερες φορές αναγνωρίζουν τα κενά τόσο στη νομοθεσία όσο και στην εφαρμογή της και προς τιμήν τους αθωώνουν τους εργαζομένους που διαθέτουν όλα τα νόμιμα χαρτιά. Παρόλα αυτά η δικαίωση που έρχεται μέσω της αθωωτικής δικαστικής απόφασης κρατάει πάντα λίγο, μέχρι την επόμενη φορά που το ίδιο αναίτια και παράλογα θα συλληφθούν για να υποβληθούν εκ νέου στην ίδια περιπέτεια. Για να καταλάβετε το μέγεθος της υποκρισίας των αρμόδιων φορέων και την κοροϊδία που υφίστανται τα εκδιδόμενα πρόσωπα, σύμφωνα με τα από 28/05/2009 με αριθμ. πρωτ. 31084 και 30/05/2009 με αριθμ. πρωτ. 23036 έγγραφα του Υπουργείου Εσωτερικών «…… όσες παραβάσεις βεβαιώνονται από την ΕΛ.ΛΑΣ, μετά την 23/01/2009 πάσχουν ακυρότητας γιατί βεβαιώνονται από καθ’ ύλην αναρμόδιο όργανο».

Ανάλογη με τη μοίρα των εργαζομένων είναι και αυτή των ιδιοκτητριών οίκων ανοχής. Ο εφιάλτης των συνεχών δικαστηρίων είναι σύνηθες φαινόμενο και για αυτές. Μόνο που εδώ η ελπίδα για δικαίωση είναι μια ιστορία πολύ πιο δύσκολη και αγωνιώδης καθώς μονίμως ζουν με το φόβο σφράγισης του οίκου ανοχής τους. Μέχρι πρότινος αρμόδια να αποφασίσουν για ζητήματα αποσφράγισης των οίκων ανοχής ήταν τα Διοικητικά Δικαστήρια τα οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων –όπως ήδη προείπαμε- αναγνώριζαν το τεράστιο οικονομικό και ψυχικό κόστος που επέφερε η σφράγιση και ως εκ τούτου η διακοπή της λειτουργίας ενός τέτοιου οίκου για την ιδιοκτήτριά του και εξέδιδαν διαταγές που επέτρεπαν προσωρινά τη λειτουργία των οίκων έως ότου γίνει το δικαστήριο που θα εκδικάσει και θα επιλύσει οριστικά το θέμα. Προσφάτως όμως η αρμοδιότητα αυτή πέρασε στα χέρια του Συμβουλίου της Επικρατείας και οι γυναίκες αυτές είδαν για άλλη μια φορά τις ελπίδες τους να εξανεμίζονται καθώς γνωρίζουν καλά ότι οι δικαστικές μάχες και διεκδικήσεις που τις περιμένουν θα είναι ακόμα πιο σκληρές. Το μόνο που στην πραγματικότητα μαρτυρούν όλες αυτές οι ενέργειες είναι το ανάλγητο πρόσωπο της εξουσίας που αρνείται πεισματικά να σκύψει το κεφάλι πάνω από το πρόβλημα και να εργαστεί ουσιαστικά προς την κατεύθυνση επίλυσής του. Είναι αδιανόητο να έχουν πάει τόσα χρόνια κυριολεκτικά χαμένα και κάποιοι να αρέσκονται να παίζουν ακόμα κορώνα-γράμματα με τις τύχες και τις ζωές τόσων ανθρώπων, αφού είναι γνωστό τοις πάσι ότι το θέμα δεν είναι κάτι καινούριο. Το αντίθετο μάλιστα. Πάρα πολλοί από τους οίκους ανοχής που ελπίζουν σε ένα καλύτερο μέλλον λειτουργούν ήδη εδώ και ολόκληρες δεκαετίες μέσα σε ένα καθεστώς ατελείωτων προβλημάτων και δικαστικών αγώνων και χωρίς δυστυχώς κανένα μέχρι σήμερα ουσιαστικό και θετικό αποτέλεσμα καθώς ουδείς εκ των ιθυνόντων δεν έχει ενδιαφερθεί απ’ ότι φαίνεται αληθινά να δώσει ένα τέλος σε αυτή την άκαρπη και απάνθρωπη οδύσσειά τους.

Το Σωματείο Εκδιδομένων Προσώπων Ελλάδος εντείνει ολοένα τις προσπάθειές του για να πείσει τους κρατικούς φορείς να ενδιαφερθούν επιτέλους για τα θέματα του χώρου της πορνείας. Κύριο ζητούμενό του αποτελεί η τροποποίηση του Ν. 2734/99 και συγκεκριμένα η μείωση της απόστασης των 200 μ. σε 100 μ., σύμφωνα με την ΥΠ’ ΑΡΙΘΜΟΝ 1185/23.07.2007 ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΑΤΑ ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΟΥ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ. Αν η τροποποίηση αυτή επιτευχτεί, αυτόματα θα μπορέσουν οι περισσότεροι από τους οίκους ανοχής που λειτουργούν σήμερα στο λεκανοπέδιο της Αττικής υπό καθεστώς παρανομίας να νομιμοποιηθούν πλήρως και να αδειοδοτηθούν. Στη συνέχεια, εφόσον θα υπάρχουν νόμιμοι οίκοι, θα έχουν τη δυνατότητα και οι εργαζόμενοι σε αυτούς να αναπτύξουν τις επαγγελματικές τους δραστηριότητες χωρίς το φόβο των συνεχών συλλήψεών τους από την αστυνομία, υπό την προϋπόθεση βεβαίως να διαθέτουν οι ίδιοι τα απαραίτητα χαρτιά και να έχουν υποβληθεί σε εξετάσεις.

Τα οφέλη από μια τέτοια τροποποίηση του Νόμου θα είναι τεράστια όχι μόνο για τους άμεσα ενασχολούμενους στο χώρου του αγοραίου έρωτα αλλά και για το κοινωνικό σύνολο. Η ανάπτυξη του αναγκαίου νομικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα μπορεί να αναπτυχθεί αλλά ταυτόχρονα και να οριοθετηθεί η δραστηριότητα της πορνείας, θα οδηγήσει σταδιακά στην οριστική πάταξη των δικτύων της παρα- πορνείας. Πιο συγκεκριμένα, τα άτομα που εκδίδονται σε οίκους ανοχής επιδιώκουν να καταστεί σαφής ο διαχωρισμός τους από τα άτομα εκείνα που εκπορνεύονται ελεύθερα (κάνοντας «πεζοδρόμιο») και τα οποία δεν υπόκεινται σε κανενός είδους έλεγχο, δηλαδή δε διαθέτουν ούτε άδειες ασκήσεως επαγγέλματος αλλά ούτε έχουν υποβληθεί στις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις με αποτέλεσμα να αποτελούν σοβαρό κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Η ύπαρξη νομίμως λειτουργούντων οίκων ανοχής θα υποχρεώνει και τους εργαζομένους εντός τους να τηρούν κάποιους κανόνες υγιεινής και να διαθέτουν απαραιτήτως τα χορηγούμενα από το Κράτος πιστοποιητικά.

Επιπλέον, το γεγονός ότι θα μπορούν να εργάζονται σε νόμιμα οικήματα αφού πρώτα έχουν εφοδιαστεί με νόμιμα χαρτιά εξασφαλίζει τη βεβαιότητα ότι το επάγγελμα αυτό θα ασκείται μόνο από άτομα που το έχουν επιλέξει ελεύθερα και συνειδητά και δεν αποτελούν θύματα και αντικείμενα εκμετάλλευσης κανενός τρίτου που θα προσπαθήσει να κερδίσει χρήματα εξωθώντας τα πρόσωπα αυτά στην πορνεία χρησιμοποιώντας βία, απειλές, ξυλοδαρμούς και παράνομη ομηρεία τους. Παντός είδους τρίτοι, μεσάζοντες και λοιποί παρασιτικώς ζώντες σε βάρος άλλων, εκμεταλλευόμενοι ιερόδουλες οι οποίοι τις εξαναγκάζουν να εκδίδονται παρά τη θέλησή τους δε θα έχουν θέση, συνεπώς, στο χώρο.

Ίσως τελικά τα «σπίτια» αυτά να έχουν ονομαστεί «οίκοι ανοχής» όχι επειδή οι εργαζόμενοι σε αυτά «ανέχονται» τις σεξουαλικές ορέξεις και ιδιαιτερότητες του κάθε πελάτη αλλά επειδή επί σειρά ετών ανέχονται και προσπαθούν να αντέξουν την αδιαφορία και τον παραλογισμό ενός δυσκίνητου κράτους που θεοποιεί τη γραφειοκρατία και την απανθρωπιά του.